Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σακκιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σακκά̤ζω Προφορά: σακκεάζω
  1. βάζω κάτι στο σακκί, βάζω σε σακκί αλεσμένο σιτάρι, φορτώνω σε ζώο τα γεμάτα με γέννημα σακκιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια