Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σακκιάζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: σακκά̤ζω
Προφορά: σακκεάζω
βάζω κάτι στο σακκί, βάζω σε σακκί αλεσμένο σιτάρι, φορτώνω σε ζώο τα γεμάτα με γέννημα σακκιά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σακκίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια