Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σταματώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σταματώ Προφορά: σταματώ
  1. 1) κάνω κάτι να σταματήσει 2) παύω να υφίσταμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια