Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουντζουρούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουντζουρούκ' Προφορά: τζουντζουρούκ
  1. 1) κοντάρι με το οποίο ρυθμίζουν τη θέση των καιόμενων ξύλων του φούρνου 2) μακρύς κορμός δέντρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια