Γραφή στην Ποντιακή: τζουντζουρεύωΠροφορά: τζουντζουρεύω
ερευνώ1) καθαρίζω με κάποιο αιχμηρό όργανο
2) ανοίγω τρύπα στη γη σκαλίζοντας με αιχμηρό όργανο
3) συνδαυλίζω τα ξύλα του αναμμένου φούρνουΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης