Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζουντζουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τζουντζουρεύω Προφορά: τζουντζουρεύω
  1. ερευνώ 1) καθαρίζω με κάποιο αιχμηρό όργανο 2) ανοίγω τρύπα στη γη σκαλίζοντας με αιχμηρό όργανο 3) συνδαυλίζω τα ξύλα του αναμμένου φούρνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια