Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

υπνοσάκκουλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: υπνοσάκκουλον Προφορά: υπνοσάκκουλον
  1. αυτός που κοιμάται πολύ (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια