Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σωτηρία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σωτηρία Προφορά: σωτηρία
  1. σωτηρία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό σωτηρία = απαλλαγή, λύτρωση

Παρατηρήσεις - Σχόλια