Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σωστύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σωστύνω Προφορά: σωστύνω
  1. διορθώνομαι 1) κάνω κάτι πλήρες 2) γίνομαι πλήρης 3) αλλάζω διαγωγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια