Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πυριχώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πυριχώνω Προφορά: πυριχώνω
  1. 1) πυρώνομαι πολύ κοντά στη φωτιά και ανάβω εύκολα (για ξύλα) 2) χώνω κάτι κάτω από την πυρακτωμένη τέφρα για να ψηθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια