Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πυριχώνω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: πυριχώνω
Προφορά: πυριχώνω
1) πυρώνομαι πολύ κοντά στη φωτιά και ανάβω εύκολα (για ξύλα) 2) χώνω κάτι κάτω από την πυρακτωμένη τέφρα για να ψηθεί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια