Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σωματώδης (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σωματώδης Προφορά: σωματώδης
  1. μεγαλόσωμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό σωματώδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια