Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στολίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: στολίζω
Προφορά: στολίζω
καλλωπίζω
βάζω στους μελλόνυμφους τα γαμήλια ρούχα, ξυρίζω και τακτοποιώ μαλλιά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στολίζω= ετοιμάζω, εξοπλίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια