Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στόκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στόκ'
Προφορά: στόκ
παρακαταθήκη
απόθεμα διαθεσίμων προϊόντων, εμπορευμάτων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη stok
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια