Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανελέτι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανελέτι Προφορά: ανελέτι
  1. αξιοθαύμαστο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πολύ παράξενο

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Θάγμαν κι ανελέτι γιούδουλον κι ιμπρέτι. (είδωλο κι ιμπρέτι - άσχημο πράγμα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια