Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανασκάφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ανασκάφτω Προφορά: ανασκάφτω
  1. καταριέμαι και βρίζω τους νεκρούς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ανασκάπτω

    Παραδείγματα:
    1) Έκλεψαν τ' ωβά 'τ'ς κι ενέσκαψεν τ' αποθαμέντς.
    2) Κάτ' εποίκαν ατεν κι ενέσκαψεν τ' αποθαμέντς ατουν.

  2. βρίζω τους νεκρούς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βρίζω νεκρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    ανασκάφκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια