Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στεφάνωμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στεφάνωμαν
Προφορά: στεφάνωμαν
1) η τελετή της στέψης 2) διασταύρωση δύο πραγμάτων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στεφάνωμα= περίβλημα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
στεφάνωση (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια