Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στέσιψον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στέσιψον Προφορά: στέσιψον
  1. αργία 1) το να στήνει κάποιος κάτι 2) το να μένει κάποιος αργός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια