Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στενόφορος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: στενόφορος Προφορά: στενόφορος
  1. αυτός που φοράει ευρωπαϊκή ενδυμασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια