Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στενά (τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στενά
Προφορά: στενά
η ευρωπαϊκή ενδυμασία των ανδρών σε αντίθεση προς το τοπικό ένδυμα ή καραβάνα (ανδρική βράκα από βαμβακερό ύφασμα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια