Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στενόκαρδος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: στενόκαρδος Προφορά: στενόκαρδος
  1. εκείνος που με το παραμικρό στενοχωρείται και ανησυχεί Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια