Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στεναγμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στεναγμός Προφορά: στεναγμός
  1. αναστεναγμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στεναγμός

Παρατηρήσεις - Σχόλια