Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στέγνωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στέγνωμαν Προφορά: στέγνωμαν
  1. αποβολή υγρασίας πράγματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια