τσουχαβέλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουχαβέλ’
Προφορά: τσουχαβέλ
-
1) ερείκη από τα κλαδιά της οποίας έκαμναν σκούπες για το στάβλο, αυλή, δρόμο
2) σκούπα από κλαδιά για σκούπισμα του στάβλου ή της αυλής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)