Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιμνίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμνίν Προφορά: λιμνίν
  1. λίμνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη λιμνίον

    Σχόλιο:
    υποκοριστικό του λίμνη

Παρατηρήσεις - Σχόλια