Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιμάχουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμάχουμαι Προφορά: λιμάχουμαι
  1. 1) αφήνω κάποιον να αδυνατίσει από λιμό 2) πεινάω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια