Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τερμάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τερμάν' Προφορά: τερμάν
  1. φάρμακο, ζωτικότητα ευρωστία σωματική Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη terman

  2. φάρμακο, θεραπεία, δύναμη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    « ... και τα πουλία τ΄ουρανού θα δίν' εμε τερμάνια»

Παρατηρήσεις - Σχόλια