Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οτσάγ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οτσ̌άγ' Προφορά: οτσάγ
  1. τζάκι, εστία επίσημο γένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Άς σ’ ατσ̌ά̤γ’ καικά ’κί σκούται.
    2) Να μη καπνίζ’ τ’ ατσ̌ά̤γι σ’. (να ερημωθεί το σπίτι, να σβήσει το γένος σου)
    3) Εκάτσαν σ’ οτσ̌άχ’. (κάθησαν κοντά στο τζάκι και ζήτησαν το κορίτσι τους για νύφη, Ιδίωμα: Τορούλ)
    4) Να πατεύ’ τ’ οτσ̌άγι σ’!

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια