Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σταύρωμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταύρωμαν
Προφορά: σταύρωμαν
σταυροδρόμι
διασταύρωση οδών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη σταύρωση= περιχαράκωμα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια