Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σύρτης (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σύρτης
Προφορά: σύρτης
μάνταλο πόρτας, εργαλείο χρυσοχόου, όργανο για τράβηγμα των κάρβουνων από τον φούρνο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαιοελληνικό σύρτης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια