Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λετζέκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λετζ̌έκ'
Προφορά: λετζέκ
τσεμπέρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
προέλευση:
αρμένικο
λετζέκ(ι)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
καμάρα (η)
καμαρωτέρ (το)
τσιαμπάρ (το)
τσαρκούλ (το)
πουλούν (το)
πουρλούν (το)
τουβάκι (το)
καράπερτιν (το)
τούλ (το)
τενέκ (το)
μαφόρι (το)
τσίτ (το)
καλύπτρα (η)
καρά περτσίν (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
λετσέκ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: λετζέκιν / λετζέκ'
Πληθυντικός: λετζέκια
Παρατηρήσεις - Σχόλια