Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζαμφέσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζαμφέσ' Προφορά: τζαμφέσ
  1. είδος μεταξωτού υφάσματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη canfes

Παρατηρήσεις - Σχόλια