Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τεντέλτς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τεντέλτς Προφορά: τεντέλτς
  1. εκείνος του οποίου τρέμει το σώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ο ρακένδυτος που ξεπαγιάζει από το κρύο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια