προσκομιδή (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: προσκομιδή
Προφορά: προσκομιδή
-
στην εκκλησιαστική γλώσσα, η από τον ιερά μυστική προετοιμασία πάνω στην πρόθεση των ιερών δώρων που πρόκειται να καθαγιαστούν στην λειτουργία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης