Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προσκείται [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: προσ̌κείται Προφορά: προσκείται
  1. γειτονιάζει, συνορεύει, αρμόζει, πρέπει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πρόσκειμαι= βρίσκομαι, είμαι πλησίον

    Σχόλιο:
    τριτόκλιτο

Παρατηρήσεις - Σχόλια