Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προσευκή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσευκή Προφορά: προσευκή
  1. προσευχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια