Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προπύλαια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προπύλαια Προφορά: προπύλαια
  1. είσοδος, πρόθυρα είσοδος τειχισμένης πόλης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη προπύλαια

Παρατηρήσεις - Σχόλια