Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
συνοριάζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: συνορά̤ζω
Προφορά: συνορεάζω
έχω κοινό με άλλον σύνορο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
συνορεύω
Παρατηρήσεις - Σχόλια