Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

προικίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: προικίζω Προφορά: προικίζω
  1. προσφέρω προίκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια