Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

προγεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: προγεύω Προφορά: προγεύω
  1. δίνω σε κάποιον πρόγευμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα προγεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια