Αρσενικό: Ενικός: αναλυμένος Πληθυντικός: αναλυμένοι, αναλυμέν'
Θηλυκό: Ενικός: αναλυένισα, αναλυμέν'σα, αναλυμέντσα Πληθυντικός: αναλυμένοι, αναλυμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: αναλυμένον Πληθυντικός: αναλυμένα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.