Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πραματευτής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πραματευτής Προφορά: πραματευτής
  1. έμπορος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια