Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

άκρια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άκρια Προφορά: άκρια
  1. το τέλος, η άκρη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια