Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πουρνός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πουρνός Προφορά: πουρνός
  1. πρωί, αύριο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. πρωϊνός, πρωΐ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδείγματα:
    1) Κι έναν πουρνόν πουρνίτσ̌ικον και Κερεκήν ημέραν.
    2) Κάθαν πουρνόν, κάθαν αυγήν, κάθαν θεού ημέραν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια