Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πουρμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πουρμά Προφορά: πουρμά
  1. αλεύρι που μένει από το άλεσμα του πλιγουριού αλεύρι που μένει από το άλεσμα του πλιγουριού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη Burma= η συστροφή

  2. είδος γλυκίσματος στριφτό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολη

    Παραδειγμα:
    Ντο θέλ’τς πουρμάδες, τατλία λοκούμια, μήλα κι απίδια.
    Στη Σαντά λεγόταν κάθε πράμα που περιστρεφόταν. Π.χ Χόρτα που περιστρεφόταν για να ξεραθούν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια