Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πουρδίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πουρδίζω Προφορά: πουρδίζω
  1. καθαρίζω, ευνουχίζω αφαιρώ τους όρχεις από ταύρους ή χοίρους ή άλλο ζώο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη purus-a-u m= καθαρός

Παρατηρήσεις - Σχόλια