Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πουρδίζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: πουρδίζω
Προφορά: πουρδίζω
καθαρίζω, ευνουχίζω
αφαιρώ τους όρχεις από ταύρους ή χοίρους ή άλλο ζώο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
λατινική, από τη λατινική λέξη purus-a-u m= καθαρός
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια