Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πλέκω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλέκω Προφορά: πλέκω
  1. πλέκω 1) κατασκευάζω κάτι με πλέξιμο 2) ανακατώνω κάποιον σε ξένη υπόθεση χωρίς τη συγκατάθεσή τού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    πλέχκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια