Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλατύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλατύνω Προφορά: πλατύνω
  1. πλαταίνω 1) κάνω κάτι πλατύ 2) γίνομαι πλατύς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πλατύνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια