Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πλατέα (η) [Ουσιαστικό, Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλατέα Προφορά: πλατέα
  1. πλατεία κατά πλάτος, σε βάθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια