Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πλάσμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πλάσμαν Προφορά: πλάσμαν
  1. δημιούργημα, κατασκεύασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πλάσμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια