Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυροζώμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροζώμ' Προφορά: μαυροζώμ
  1. 1) μαύρος ζωμός 2) μεταφορικά καφές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. καφές μαύρος χυμός (οπός) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια