πλακοστρώνω, εφορμώ, ησυχάζω, σιωπώ1) στρώνω με πλάκες
2) σκεπάζω με πλάκες
3) πλέκω το πέλμα της κάλτσας
4) απλώνομαι σαν πλάκαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πλακώ = στρώνω το έδαφος με πλάκες