Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πλακώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλακώνω Προφορά: πλακώνω
  1. πλακοστρώνω, εφορμώ, ησυχάζω, σιωπώ 1) στρώνω με πλάκες 2) σκεπάζω με πλάκες 3) πλέκω το πέλμα της κάλτσας 4) απλώνομαι σαν πλάκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πλακώ = στρώνω το έδαφος με πλάκες

Παρατηρήσεις - Σχόλια