Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πίστεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πίστεμαν Προφορά: πίστεμαν
  1. 1) το να έχει κάποιος εμπιστοσύνη στα λεγόμενα κάποιου 2) το να έχει θρησκευτική πίστη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια